1821: Αυτοί που δεν πρόλαβαν να δουν την Επανάσταση

  • Εκτός από τους μεγάλους ήρωες που όργωσαν τον Μοριά και την Ρούμελη και αυτούς που έκαναν το Αιγαίο και πάλι ελληνική θάλασσα, υπήρξαν και αυτοί που έβαλαν τον σπόρο της Επανάστασης.

Εκτός από τους μεγάλους ήρωες που όργωσαν τον Μοριά και την Ρούμελη και αυτούς που έκαναν το Αιγαίο και πάλι ελληνική θάλασσα, υπήρξαν και αυτοί που έβαλαν τον σπόρο της Επανάστασης.

Μια επανάσταση ορίζεται από πολλούς ως ένα στιγμιαίο γεγονός. Είναι μια τομή χάους στην ιστορία μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών συνθηκών, εντελώς ανόμοιες μεταξύ τους. Τα γεγονότα που οδηγούν στο ξέσπασμα μιας επανάστασης προβάλλονται συγκυριακά. Ένα τυχαίο γεγονός, μια επέτειος, κάποιος που φωνάζει «αύριο θα είναι αργά, τώρα πρέπει να ξεσηκωθούμε».

Η ιστορικότητα, και κυρίως η ηρωικότητα, αυτής της στιγμής ρίχνει μια ομίχλη στα γεγονότα γύρω από αυτή. Έτσι δημιουργείται ένα πέπλο άγνοιας για όσους προετοίμασαν το έδαφος για να γίνει η επανάσταση. Η Επανάσταση του 1821 δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Η εθνική παλιγγενεσία είναι απολύτως φυσιολογικό να δημιουργεί μια σχεδόν μεταφυσική αύρα γύρω από αυτή. Είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που συνοδεύει όλες τις επιτυχημένες επαναστάσεις. Ένα ολόκληρο έθνος σε λήθαργο που ξαφνικά ακούει το ξυπνητήρι της εθνικής αυτοδιάθεσης και διεκδικεί τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο στο ιστορικό προσκήνιο. Είναι όμως ακριβώς έτσι;

Η αλήθεια είναι ότι μια επανάσταση είναι ένα ιστορικό γεγονός που απλώνει πολύ βαθιά τις ρίζες του στο παρελθόν. Ο λαός που επαναστατεί είναι ένα ερμητικά σφραγισμένο καζάνι που μπαίνει στην φωτιά. Αργά, σταθερά και νομοτελειακά ανεβάζει θερμοκρασία και κάποια στιγμή σκάει.

Σε αυτό το κείμενο δεν θα επικεντρωθούμε στα γεγονότα που έδρασαν καταλυτικά για να γίνει πραγματικότητα η Επανάσταση, αλλά σε κάποια πρόσωπα που την προετοίμασαν. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν ζούσαν καν την 25η Μαρτίου του 1821, άλλοι δεν είχαν καν σκοπό της ζωής τους να δουν αυτή την επανάσταση, όμως ο καθένας με τον τρόπο του έβαλε το λιθαράκι του για να επιτευχθεί.

Επανάσταση

Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων

Ξεκινάμε από πολύ-πολύ πίσω, για την ακρίβεια πριν καν ακόμα πέσει η Πόλη στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή. Έζησε τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Μυστρά και Φλωρεντίας και ήταν αυτός που φρόντισε να ανάψει το καντήλι του Ελληνισμού. Η φλόγα του θα τρεμόπαιζε για τους επόμενους 4 αιώνες, αλλά δεν έσβησε ποτέ. Είχε γίνει πολύ γνωστός για την ελληνική αυτοσυνειδησία του και η φράση «Έλληνες εσμέν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί» ήταν αυτή που έβαλε τα θεμέλια για την ελληνική εθνική ιδέα.

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 26 Ιουνίου 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Απέκτησε νωρίς κλασική Παιδεία, πιθανώς έχοντας δάσκαλο το Δημήτριο Κυδώνη, και μυήθηκε στην πλατωνική και νεοπλατωνική σκέψη. Χωρίς να γνωρίζουμε το πως και γιατί αποφάσισε παράτολμα περί το 1380 να ταξιδέψει στην Αδριανούπολη, που τότε ήταν πρωτεύουσα του Οθωμανού ηγεμόνα Μουράτ Α’, κι ήρθε σε επαφή με το πνεύμα της ανεξιθρησκείας, την πολυθεΐα, τον παγανισμό κι άλλες αμφιλεγόμενες ιδέες. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Ελισσαίο (όπως γράφει ο Γεννάδιος Σχολάριος), έναν αγνώστων στοιχείων Εβραίο που φαίνεται πως ήταν οπαδός του Ζωροαστρισμού και του πολυθεϊσμού, κι αργότερα “εκάη ζωντανός” κατά τον ιστορικό Κωνσταντίνο Σάθα χωρίς όμως να αναφέρει πού και πότε.

Κοντά του ο Γεμιστός πρέπει να είχε ήδη διαμορφώσει σοβαρές επιφυλάξεις για το παρηκμασμένο πνευματικά και πολιτικά Βυζάντιο, ενώ απέρριψε την χριστιανική θρησκεία. Διαμόρφωσε την άποψη ότι ο κρατικός οργανισμός του Βυζαντίου είναι βαθιά προβληματικός και πως μαζί με την αναποτελεσματική εκκλησιαστική διοίκηση, αποτελούσαν τις αιτίες για την αδυναμία της αυτοκρατορίας να αντιδράσει απέναντι στους Οθωμανούς που είχαν κυκλώσει την βασιλεύουσα και με το νέο τους επιθετικό σουλτάνο Βαγιαζήτ Α’ άρχισαν να την πολιορκούν το 1394.

Επανεισήγαγε τις σκέψεις του Πλάτωνα στην δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439). Εκεί ο Πλήθων συνάντησε και επηρέασε τον Κόζιμο των Μεδίκων για να ιδρύσει μία νέα πλατωνική ακαδημία (Accademia Platonica), η οποία από το 1459, υπό τον ουμανιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο, θα μετέφραζε στα λατινικά όλα τα έργα του Πλάτωνα, τις Ἐννεάδες του Πλωτίνου και διάφορα άλλα νεοπλατωνικά έργα που επί χριστιανισμού είχαν πέσει στην αφάνεια, μπολιάζοντας με τις ιδέες τους την Αναγέννηση.

Από την πλούσια συνεισφορά του, σίγουρα ξεχωρίζει η παρουσία του στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Εκεί έπεισε τους Μεδίκους να ιδρύσουν την Πλατωνική Ακαδημία. Από το 1959 που ιδρύθηκε η ακαδημία υπό τον ανθρωπιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο θα επεδείκνυε τεράστιο έργο. Μεταφράστηκαν στα Λατινικά όλα τα κείμενα του Πλάτωνα, αλλά και των νεοπλατωνικών όπως του Πλωτίνου κι έτσι σώθηκε ένα σημαντικότατο κομμάτι της ελληνικής γραμματείας και του πνεύματος. Η Ακαδημία της Φλωρεντίας ήταν θεμέλιος λίθος της Αναγέννησης και μακρινός πρόγονος του Διαφωτισμού. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πούμε ότι ο Γεώργιος Γεμιστός έμπηξε στην γη τον σπόρο κάθε επανάστασης στον δυτικό κόσμο.

Επανάσταση

Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης.

Η τραγωδία που βρίσκεται πίσω από κάθε επιτυχημένη επανάσταση είναι οι αποτυχημένες επαναστάσεις που προηγήθηκαν. Αποτυχημένες μόνο ως προς το αποτέλεσμα, γιατί η ρωγμή που προκάλεσαν στο χρονικό συνεχές εξελίχθηκε αργότερα στο γκρέμισμα του status quo λίγα ή περισσότερα χρόνια αργότερα. Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν μία από αυτές. Ιστορικά τοποθετείται ως ένα από τα πολλά κεφάλαια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774 και έλαβε χώρα το 1770. Μιλάμε φυσικά για τα Ορλοφικά, μια επιχείρηση πρόκλησης πολλαπλών επαναστατικών εστιών που θα προκαλούσαν σύγχυση και απόσπαση δυνάμεων του οθωμανικού στρατού.

Ο Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης (Ανώπολη Σφακίων, 1725 – Ηράκλειο, 17 Ιουνίου 1771) ήταν Έλληνας επαναστάτης των Ορλωφικών, μίας εκ των μεγαλύτερων προεπαναστατικών εξεγέρσεων στον Ελλαδικό χώρο.  Για τα Ρωσικά σχέδια μπορεί να ήταν ένας απλός σχεδιασμός αντιπερισπασμού όμως στην περίπτωση της Κρήτης ήταν η σοβαρότερη από μια σειρά επαναστάσεων. Γιος εμπόρων, ο Βλάχος είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στο εξωτερικό και γυρίζοντας στα Σφακιά να οργανώσει σχολεία για να ανακοπεί ο εκτουρκισμός του νησιού. Ήταν μια πράξη πολύ πιο επαναστατική και ουσιαστική και από την επανάσταση που οργάνωσε το 1770. Η απελευθέρωση της Κρήτης θα αργούσε πολλά χρόνια ακόμα ωστόσο η φλόγα του ελληνισμού έπρεπε να διατηρηθεί.

Οι πασάδες της Κρήτης, ύστερα από εντολή του Σουλτάνου, οργάνωσαν στρατιωτική δύναμη 15.000 ανδρών προκειμένου να χτυπήσουν τους εξεγερμένους. Πριν όμως τα οθωμανικά στρατεύματα ξεκινήσουν τις επιχειρήσεις, στάλθηκαν στους Σφακιανούς δύο κληρικοί προκειμένου να τους πείσουν να καταθέσουν τα όπλα, ο Δασκαλογιάννης όμως απέρριψε την πρόταση. Οι Οθωμανοί κατάφεραν με την βοήθεια του πυροβολικού να καταλάβουν καίρια σημεία που κατείχαν οι επαναστάτες και μερικά χωριά, στα οποία προέβησαν σε σφαγές και λεηλασίες. Τότε οι επαναστάτες με τον Δασκαλογιάννη κατέφυγαν στις κορφές των βουνών και σε σημεία όπου ήταν δύσκολο να φτάσουν οι Οθωμανοί και άρχισαν τον κλεφτοπόλεμο.

Ο κλεφτοπόλεμος συνεχίστηκε μέχρι το χειμώνα οπότε η κατάσταση έγινε πολύ δύσκολη και για τις δύο πλευρές. Έτσι τον Μάρτιο του 1771 οι Σφακιανοί πρότειναν να σταματήσουν οι συγκρούσεις με την προϋπόθεση ότι θα τους δινόταν αμνηστία. Η οθωμανική πλευρά δέχθηκε να χορηγήσει αμνηστία αλλά με τους εξής όρους: Να καταβάλλεται πλέον ο κεφαλικός φόρος «κατά κεφαλήν» και όχι όπως μέχρι τότε «κατ’ αποκοπήν», να απελευθερωθούν οι Οθωμανοί αιχμάλωτοι και να μην χορηγούν πλέον οι Σφακιανοί τρόφιμα στα πολεμικά σκάφη που έπλεαν γύρω από την Κρήτη. Επίσης επέβαλαν απαγορεύσεις σχετικά με την ενδυμασία των Σφακιανών, την ανέγερση νέων εκκλησιών και πύργων και αφαίρεσαν την δικαστική εξουσία από τους κοινοτικούς άρχοντες. Κυρίως όμως απαίτησαν να παραδοθούν για να τιμωρηθούν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης.

Έτσι ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε μαζί με συντρόφους του στους Οθωμανούς στον Χάνδακα και φυλακίστηκε. Λέγεται ότι ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε αφού έλαβε γράμμα από τον αδελφό του, που είχε συλληφθεί από τους Οθωμανούς, στο οποίο τον διαβεβαίωνε για τις προθέσεις του πασά και του έλεγε ότι έπρεπε να πάει στον Χάνδακα. Στις 17 Ιουνίου του 1771 ο Δασκαλογιάννης ή γδάρθηκε ζωντανός ή κρεμάστηκε. Μαζί του εκτελέστηκαν και πολλοί σύντροφοί του. Η Επανάσταση απέχει μόλις 50 χρόνια…

Επανάσταση

Ρήγας Φεραίος

Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Φεραίος (Βελεστίνο, 1757 – Βελιγράδι, 24 Ιουνίου 1798) ήταν Έλληνας συγγραφέας, πολιτικός, στοχαστής και επαναστάτης. Θεωρείται εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, μετά από πρόσκληση του Πρέσβη της Ρωσίας για σπουδές, στην οικία του οποίου γνώρισε τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη (1726-1806), μέγα διερμηνέα του Σουλτάνου και παππού του μετέπειτα αρχηγού της Φιλικής Εταιρίας, Αλέξανδρου Υψηλάντη (1792-1828). Στην Πόλη διεύρυνε τις σπουδές του στην Γαλλική, στην Ιταλική και τη Γερμανική γλώσσα. Όταν ο Υψηλάντης έφυγε για το Ιάσιο, προκειμένου να γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας, ο Ρήγας τον ακολούθησε.

Διαφωνώντας με τον Υψηλάντη έγινε γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυρογένη, αδερφό του παππού της Μαντώ Μαυρογένους και ταξίδεψε στο Βουκουρέστι έδρα της ηγεμονίας, όντας πλέον 30 χρόνων. Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και την ήττα της Τουρκίας (1790) ο Μαυρογένης αποκεφαλίστηκε ως υπαίτιος της ήττας και ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη, την οποία έκανε έδρα της επαναστατικής δράσης του. Στη Βιέννη ταξίδεψε μαζί με τον Αυστριακό βαρόνο Ελληνικής καταγωγής Χριστόδουλο Λάνγκενφελτ-Κιρλιανό, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με άλλους ομογενείς.

Στην Βιέννη συνεργάτες του ήταν κυρίως Έλληνες έμποροι ή σπουδαστές, αλλά οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι αδελφοί Πούλιου, από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, τυπογράφοι. Στο τυπογραφείο τους τύπωσε τον Θούριο και τη Χάρτα που φιλοτεχνήθηκε από τον Αυστριακό λιθογράφο Φρανσουά Μίλλερ, την επαναστατική του προκήρυξη σε χιλιάδες αντίτυπα, προκειμένου να μοιραστούν στους Έλληνες των υπόλοιπων φιλελεύθερων περιοχών των Βαλκανίων, το Σχολείον των ντελικάτων Εραστών, το Φυσικής απάνθισμα, το Ηθικός Τρίπους, Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τα Δίκαια του ανθρώπου, καθώς και τον 1ο τόμο του Νέου Αναχάρσιδος. Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα.

Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στην συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και την σύνταξη της «Χάρτας», ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη, διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ, που αποτελείτο από επί μέρους τμήματα. Δύο έτη αργότερα, ο Άνθιμος Γαζής επιμελήθηκε μια νέα έκδοση της Χάρτας, μικρότερων διαστάσεων (1,04 x 1,02 μ), με τον τίτλο Πίναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, χωρίς όμως να αναφέρει το όνομα του Ρήγα για να αποφύγει την αυστροουγγρική λογοκρισία.

Ο Ρήγας (41 χρονών) και οι επτά σύντροφοί του που ανήκαν στην ίδια κατηγορία, ο Ευστράτιος Αργέντης (31 χρονών, έμπορος από την Χίο), ο Δημήτριος Νικολίδης (32 χρονών, γιατρός από τα Ιωάννινα), ο Αντώνιος Κορωνιός (27 χρονών, έμπορος και λόγιος από τη Χίο), ο Ιωάννης Καρατζάς (31 χρονών, λόγιος από την Λευκωσία της Κύπρου), ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας (22 χρονών, έμπορος από την Σιάτιστα), ο Ιωάννης Εμμανουήλ (24 χρονών, φοιτητής της ιατρικής από τη Καστοριά) και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ (22 χρονών, αδερφός του προηγούμενου και υπάλληλος του Αργέντη), με συνοδεία των αυστριακών αρχών (έπειτα από κοπιαστικό ταξίδι μίας εβδομάδας μέσω Σεμλίνου και μετά με ποταμόπλοιο) παραδόθηκαν στις 10 Μαΐου 1798 στους Τούρκους του Βελιγραδίου και φυλακίστηκαν στον Πύργο Νεμπόισα (Небојша), παραποτάμιο φρούριο του Βελιγραδίου.

Ύστερα από συνεχή βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου του 1798, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη, σύμφωνα με τα επίσημα Αυστριακά έγγραφα (έκθεση Λεγκράν – Λαμπρού). Οι Οθωμανικές Αρχές, όπως υποστηρίζεται, διέδωσαν ψευδώς ότι οι οκτώ έγκλειστοι είχαν δραπετεύσει, ενώ προς επίρρωσιν του ισχυρισμού τους εξαπέλυσαν εικονικές έρευνες για την ανεύρεσή τους και τελικά δηλώθηκε ότι οι δραπέτες είχαν πνιγεί στον ποταμό. Είχε προηγηθεί αλληλογραφία με την Υψηλή Πύλη δια της οποίας δόθηκε από το Σουλτάνο η εντολή της δολοφονίας τους χωρίς δίκη.

Εικάζεται ότι αιτία για την θανάτωσή τους υπήρξε η πεποίθηση των Αυστριακών και Τουρκικών Αρχών πως ο Ρήγας και οι σύντροφοί του είχαν στενές σχέσεις με τον Ναπολέοντα Α΄, θεωρούμενοι έτσι ως άκρως επικίνδυνοι. Οι διαδόσεις περί διαφυγής των εγκλείστων, τις οποίες «κατασκεύασε» ο καϊμακάμης, είχαν σκοπό να παραπλανήσουν τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, προς τις οποίες η Οθωμανική Αρχή της Πόλης είχε παράσχει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα σκότωνε τους οκτώ Έλληνες φυλακισμένους χωρίς ανάκριση.

Πέρα από αυτό, η Οθωμανική κυβέρνηση ανησυχούσε για τις διασυνδέσεις του Ρήγα με τον Πασβάνογλου, φοβούμενη ακόμη και επίθεση του τελευταίου κατά του Βελιγραδίου, ενώ επιπλέον, δίσταζε να διατάξει την μεταφορά τους από το Βελιγράδι προς την Πόλη, από την πιθανότητα να σταλούν δυνάμεις του Πασβάνογλου στο δρόμο και να τους απελευθερώσουν.

Κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια για το ποια θα ήταν η εξέλιξη της Επανάστασης αν ο Ρήγας ήταν κι αυτός παρών. Το μόνο σίγουρο είναι έδωσε πολιτικό περιεχόμενο, όχι μόνο στην ελληνική, αλλά και στις υπόλοιπες επαναστάσεις των Βαλκανίων. Για τον Ρήγα, ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει: «Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας. Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του θεού, όσο το αίμα του άγιο.»

Επανάσταση
Επανάσταση

Αλή Πασάς Τεπελενλής

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής (1740 – 24 Ιανουαρίου 1822) ήταν μουσουλμάνος Αλβανός στην καταγωγή Πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου, από το 1788 όταν και διορίστηκε Πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου και ανήκε στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το πασαλίκι των Ιωαννίνων αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων.

Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα της Ελλάδας και της Αλβανίας στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ουαιώνα και 19ου αιώνα. Καταγόταν από το Τεπελένι της Αλβανίας (γεννήθηκε μεταξύ 1740-1750) και εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο αρχικά ως αρχηγός ληστοσυμμορίας, που εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αξιωματούχους του οθωμανικού κράτους στον χώρο της Αλβανίας και της Ηπείρου. Χάρη στην πολεμική του ικανότητα, την ανδρεία του, αλλά και τις δολοπλοκίες του, καταφέρνει να ενταχθεί στον στρατιωτικό- διοικητικό μηχανισμό του οθωμανικού κράτους καταλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα, ώσπου τελικά το 1788 διορίζεται πασάς, δηλαδή διοικητής του σαντζακίου των Ιωαννίνων.

Αν την Επανάσταση την έκαναν Έλληνες Χριστιανοί, ένας Αλβανός Μουσουλμάνος έβαλε κι αυτός το χεράκι του. Το προσωνύμιο του Ναπολέοντα των Βαλκανίων δεν το κέρδισε κατά τύχη. Η δική του επανάσταση απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένας ιδανικός αντιπερισπασμός για την πρώτη φάση της Επανάστασης. Δέσμευσε ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτών στα Γιάννινα αφήνοντας χώρο στην Πελοπόννησο και στη Ρούμελη. Αλλά ο Αλή έκανε πολύ περισσότερα, τα οποία ούτε που μπορούσε να φανταστεί. Μπορεί να κατάφερε να διοριστεί Πασάς στα Γιάννινα, αλλά ποτέ δεν τα πήγε καλά με την εξουσία των Σουλτάνων. Ξεκίνησε να αποστασιοποιείται από την κεντρική εξουσία από τα πρώτα χρόνια του πασαλικίου και για ανταγωνιστεί την Υψηλή Πύλη φλέρταρε ακόμα και με τις ιδέες του Διαφωτισμού.

Ήρθε σε επαφή και με τους Φιλικούς τους οποίους έβλεπε με κάποια συμπάθεια, αλλά δεν ήταν πρόθυμος να χάσει την εξουσία του. Το 1820, ύστερα από την αποκάλυψη ότι δυο Αλβανοί σταλμένοι από τον Αλή αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος διότι ο Αλής ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για την συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι. Ο Αλής προσπάθησε να εξευμενίσει τον Σουλτάνο, ζήτησε την μεσολάβηση της Ρωσίας και της Αγγλίας ενώ κατέδωσε ακόμα και την Φιλική Εταιρεία, της οποίας την ύπαρξη γνώριζε από το 1819. Τελικά το 1820 η Πύλη τον κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον κάλεσε να εμφανιστεί εντός 40 ημερών στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Εκείνος φυσικά αρνήθηκε, ερχόμενος σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας.

Ο Μαχμούτ Β΄κινητοποίησε το καλοκαίρι του 1820 κατά του Αλή στράτευμα 80.000 ανδρών με αρχηγό στην αρχή τον Ισμαήλ Πασόμπεη και στην συνέχεια τον Χουρσίτ Πασά. Ο Αλής βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς αντιμετώπισε σημαντική διαρροή οπλαρχηγών (ακόμη και οι γιοι του παραδόθηκαν παρά το γεγονός ότι τους είχε δώσει εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων) και στρατευμάτων, ενώ φάνηκε πως ο στρατός του δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος για σύγκρουση με τα σουλτανικά στρατεύματα.

Η πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων συνεχιζόταν λόγω της αντιγνωμίας που είχε ξεσπάσει μεταξύ των πολιορκητών (οφειλόταν στις δωροδοκίες των αξιωματικών από τον διαβόητο πασά). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Αλής πήρε με το μέρος του, τους άλλοτε ορκισμένους εχθρούς του, Σουλιώτες με την προϋπόθεση να τους άφηνε να επανεγκατασταθούν στο Σούλι. Αξιοσημείωτο είναι πως την 25η Αυγούστου, κατά την διάρκεια της πολιορκίας δεν δίστασε να κάψει μέρος της πόλης για να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο το πυροβολικό του.

Η κατάσταση άλλαξε όταν ο Πασόμπεης αντικαταστάθηκε από τον Χουρσίτ, ο οποίος επανέφερε την τάξη στο στρατόπεδο των πολιορκητών, περιόρισε τις επιδρομές των Σουλιωτών και έσφιξε τον κλοιό γύρω από τον Αλή. Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ανάγκασε τον Χουρσίτ να αρχίσει διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες όμως κατέλαβε τα ισχυρά οχυρά του κάστρου περιορίζοντας τον Αλή στο παλάτι του, όπου είχε συγκεντρώσει τους θησαυρούς του αλλά και πολλά βαρέλια πυρίτιδας απειλώντας να δώσει εντολή για ανατίναξη αν γινόταν έφοδος, πράγμα που δεν ευχαριστούσε τον Χουρσίτ που εποφθαλμιούσε την περιουσία του εχθρού του. Κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1821 ολόκληρη σχεδόν η φρουρά του κάστρου είχε αυτομολήσει στον Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή μόνο 500 άνδρες, από τους οποίους σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους. Η αποσχιστική δράση του Αλή Πασά αποτελεί ένα από τα κορυφαία παραδείγματα της θεσμικής διαφθοράς και των διασπαστικών τάσεων που επικρατούν εκείνη την περίοδο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο ιδιωτικός του στρατός ήταν φυτώριο για τους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης και οι επενδύσεις του στις τέχνες και στα γράμματα συνέβαλαν στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Στο παζάρι του με την Υψηλή Πύλη για να σώσει το κεφάλι του πρόδωσε την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας, αλλά αυτό δεν τον έσωσε, αντίθετα η κυκλοφορία των νέων επιτάχυνε τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Επανάστασης.

Ο Αλής κυβέρνησε επιβάλλοντας σκληρή πειθαρχία και εξολοθρεύοντας ανελέητα τους εχθρούς του και γενικά όποιον αμφισβητούσε την εξουσία του (Σουλιώτες, Γαρδικιώτες, Κατσαντώνης, Βλαχάβας, πασάδες Δελβίνου και Δίβρας). Κατά τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του κατασκεύασε δρόμους, λιμάνια, γέφυρες, υδραγωγεία, ίδρυσε σχολεία, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους επιστήμονες και παγίωσε την ασφάλεια στην επικράτειά του μέσω της εξάλειψης της ληστείας, ενώ ιδιαίτερα στην πρωτεύουσά του, τα Γιάννενα ενισχύθηκε η βιοτεχνία, αναπτύχθηκαν το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα. Επίσης ήταν ανεκτικός έναντι των χριστιανών και στην επικράτειά του υπήρχε σχετική ανεξιθρησκεία, σε βαθμό που να χτίζει στο παλάτι του εκκλησίες για τους χριστιανούς συμβούλους του και τις χριστιανές του χαρεμιού του.

Η φαινομενική ανεξιθρησκεία στην Αυλή του δεν τον εμπόδιζε να τιμωρεί με θάνατο τους χριστιανούς και τις μουσουλμάνες που διατηρούσαν ερωτικούς δεσμούς μεταξύ τους. Την ίδια μέθοδο χρησιμοποιούσε και για τις χριστιανές μοιχαλίδες (με αυτή την πρόφαση έπνιξε στην λίμνη των Ιωαννίνων και την ερωμένη του γιου του, Μουχτάρ, την περίφημη Κυρά Φροσύνη, η οποία αρνήθηκε τον έρωτά του).

Όσοι απευθύνονταν σε αυτόν για διάφορα ζητήματα, αντιμετωπίζονταν με δικαιοσύνη και συνήθως βρίσκονταν συμβιβαστικές λύσεις. Όσον αφορά θέματα ανακρίσεων ή τιμωρίας, ο Αλή συνήθιζε να υποβάλλει τους ύποπτους ή ένοχους σε φρικτά μαρτύρια.

Ο Αλής είχε ζητήσει από τον αυστριακό Μέτερνιχ, σχέδιο συντάγματος. Επίσης είχε κατά καιρούς συμμαχήσει καιροσκοπικά με τους Γάλλους, δηλώνοντας μάλιστα και θαυμαστής του Ναπολέοντα (αυτό δεν τον εμπόδισε να καταλάβει το 1798 την γαλλοκρατούμενη Πρέβεζα και να κατακρεουργήσει τους Γάλλους αιχμαλώτους), είχε καλές σχέσεις με την Αγγλία, ιδίως μετά την αγορά της Πάργας το 1819, ενώ προσπαθούσε να δημιουργήσει καλό όνομα στην Δύση, υποδεχόμενος στο παλάτι του κάθε Ευρωπαίο περιηγητή που περνούσε από την επικράτειά του.

Από την άλλη πλευρά, στην φρουρά του Αλή και στην στρατιωτική σχολή που ο ίδιος ίδρυσε εκπαιδεύτηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους πολεμιστές της Επανάστασης του 1821. Μερικοί από αυτούς ήταν ο Ανδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γρίβας, ο Λάμπρος Βέικος, ο Πανουργιάς, ο Γεώργιος Βαρνακιώτης. Επίσης άλλοι σπούδασαν στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων με την βοήθειά του (Σαλώνων Ησαΐας). Είναι άξιο αναφοράς ότι στο παλάτι του Αλή Πασά είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί Έλληνες λόγιοι και επιστήμονες όπως ο προσωπικός του γιατρός Γ. Σακελλάριος, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο δάσκαλος Καλογεράς, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, τα πειράματα του οποίου παρακολουθούσε με πρόσκαιρο μάλλον ενδιαφέρον αφού μάλλον ενδιαφερόταν γι΄αυτά στο βαθμό που θα ενίσχυαν τη δύναμή του, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Ιωάννης Βηλαράς κ.α. ενώ τα Ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της αυλής του.

Έλληνες ήταν και οι διαχειριστές της περιουσίας και των οικονομικών του κράτους του (Μάνθος Οικονόμου, Αλέξιος Νούτσος, Ιωάννης Σταύρου, Αθανάσιος Λιδωρίκης). Άλλος Έλληνας που λάμβανε τον πλήρη σεβασμό του Αλή Πασά ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779) ενώ τα δυο άτομα που βρίσκονταν στο πλευρό του πασά στις τελευταίες του στιγμές ήταν ο Θανάσης Βάγιας, που ήταν το δεξί του χέρι καθώς και η τελευταία του σύζυγος Κυρά Βασιλική.

***
Ηώ Αναγνώστου

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο