19 Ιουνίου 2024- Πολιτικές Αποφάσεις και Ομολογιακές Αγορές (από τον Λουκά Παπαϊωάννου)

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ & ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Ανέκαθεν οι πολιτικές αποφάσεις επηρέαζαν σημαντικά και άμεσα την οικονομική ζωή χωρών, επιχειρήσεων & πολιτών. Τις τελευταίες 10-ετίες οι πολιτικές αποφάσεις ενός ηγέτη σε μια χώρα επηρεάζουν και ευρύτερες οικονομικές ζώνες, ανάλογα με το μέγεθος της χώρας, τόσο σε οικονομικό όσο και γεωπολιτικό επίπεδο.

Ειδικά χώρες με παγκόσμιο οικονομικό βεληνεκές όπως οι ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν με τις πολιτικές αποφάσεις τους το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Οι αγορές με την μεγαλύτερη ευαισθησία στις πολιτικές αποφάσεις είναι οι αγορές χρέους, δημόσιου & ιδιωτικού (ομολογιακές αγορές), για 2 βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι το μέγεθος των αγορών αυτών που είναι πολλαπλάσιο των μετοχικών τίτλων & ο δεύτερος είναι ότι στην αγορά αυτή δραστηριοποιούνται υψηλού επιπέδου επαγγελματίες επενδυτές, με ταχύτατη αντίδραση σε σημαντικά γεγονότα και πολιτικό-οικονομικές αποφάσεις.

Στην τρέχουσα χρονική συγκυρία οι διαχειριστές ομολόγων είχαν επικεντρωθεί στις επικείμενες μειώσεις των επιτοκίων από τις Κεντρικές τράπεζες, και το βασικό ερώτημα τους ήταν πόσο γρήγορα θα γινόταν μια επιτοκιακή αποκλιμάκωση. Η βασική πρόταση της πλειοψηφίας ήταν η τοποθέτηση κεφαλαίων σε μέσο-μακροχρόνιες εκδόσεις, προσπαθώντας να κλειδώσουν υψηλές αποδόσεις σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Όμως, όπως συμβαίνει πάντα, λογάριαζαν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους ή αγνοώντας το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο ως «κινούμενη άμμος» αλλάζει τάχιστα & δημιουργεί νέα δεδομένα.

Σχετικά με τις ΗΠΑ, το υψηλό δημόσιο & ιδιωτικό χρέος (νέα ιστορικά υψηλά), η αποθέρμανση της Αμερικανικής οικονομίας, μια απρόβλεπτη εκλογική περίοδος με 2 υπερήλικους υποψήφιους και οι υπερθερμασμένες χρηματιστηριακές αγορές, διατηρούν το επιτόκιο του 10-ετους ομολόγου πέριξ του 4,30%. Από το τέλος του 2023 μέχρι σήμερα το επιτόκιο κινείται σε ένα εύρος τιμών μεταξύ 5% & 3,30%.

Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι για φέτος προγραμματίζονται τεράστιες εκδόσεις για αναχρηματοδότηση του χρέους, η μείωση των επιτοκίων καθυστερεί, βασικοί αγοραστές Αμερικάνικου χρέους όπως η Κίνα και η Σαουδική Αραβία μειώνουν την έκθεση τους σε USD και αναμένοντας το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης, δύσκολα θα δούμε σημαντική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ.

  • Καθοδική διάσπαση του 3,80% θα οδηγήσει στην μεγάλη στήριξη του 3,20% όπου και θα κριθεί η μακροχρόνια πορεία του διαγράμματος. Το πιθανότερο είναι να συνεχίσει η παλινδρομική κίνηση του σε ένα στενότερο εύρος μεταξύ 3,80%- 4,70% μέχρι να ξεκαθαρίσουν περαιτέρω οι αστάθμητοι παράγοντες.

Αναφορικά με την Ευρωζώνη η μικρή 1η μείωση επιτοκίου από την ΕΚΤ περισσότερο ως μια κίνηση ψυχολογικής υποστήριξης προς την ασθμαίνουσα ευρωπαϊκή οικονομία μπορεί να εκληφθεί, παρά σαν μια ειλημμένη απόφαση για σημαντική αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

  • Αν σε αυτό συνυπολογιστεί και το πρόσφατο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, με πολιτική αστάθεια στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες (Γερμανία –Γαλλία), δυσκολεύει η προσπάθεια της κας Lagarde για εξισορρόπηση μεταξύ πληθωριστικών πιέσεων & κόστους χρήματος.

Επιπρόσθετα το υψηλό χρέος της Ιταλίας και άλλων 6 χωρών, σε συνδυασμό με το αβέβαιο εκλογικό αποτέλεσμα στην Γαλλία, δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες στις αγορές για την δημοσιονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης.

Ήδη το 10-ετές κρατικό Γαλλικό ομόλογο διαπραγματεύεται πέριξ του 3,20% όταν αρχές του 2022 κυμαινόταν στο 0,125% και αρχές του 2024 στο 2,35% (+27%). Οι διαχειριστές ανυπομονούν να δουν τα αποτελέσματα των εκλογών και πιθανή επικράτηση των άκρων θα οδηγήσει το κόστος χρήματος για το Γαλλικό δημόσιο άνω της αντίστασης του 3,60%, με ότι αυτό συνεπάγεται για την Γαλλική οικονομία.

  • Η μεγάλη ανησυχία έγκειται κυρίως στον πιθανό δημοσιονομικό εκτροχιασμό της 2ης μεγαλύτερης οικονομίας του Euro, αφού από τις μέχρι τώρα δηλώσεις οι αναλυτές προϋπολογίζουν ένα πρόσθετο κόστος 106 δις. € για το πρόγραμμα της ακροδεξιάς & σχεδόν 200 δις.€ για το πρόγραμμα της ενωμένης αριστεράς…

Αντίστοιχα και η Ιταλία δέχεται πιέσεις αφού από το 2,60% τον Νοέμβριο του 2023 σήμερα η 3-τια διαπραγματεύεται πέριξ του 3,35% (+29%), χαμηλότερα όμως από το πρόσφατο υψηλό του Οκτώβριου στο 4,20%. Να τονιστεί ότι και η Ιταλική δημοκρατία έχει τεράστιο πρόγραμμα αναχρηματοδότησης του χρέους της για το 2024. Παρά δε την πολιτική ηγεμονία της Meloni, οι κίνδυνοι για δημοσιονομικό εκτροχιασμό είναι υπαρκτοί..

Τέλος σχετικά με την Ελλάδα παρά την μείωση του κόστους δανεισμού για την 10-ετία από το 4,40% τον Νοέμβριο του 2023 στο 2,95% τον Δεκέμβριο του 2023 κυρίως λόγω των αναβαθμίσεων της πιστοληπτικής της ικανότητας, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αργή αλλά σταθερή αύξηση του κόστους δανεισμού πέριξ του 3,60% (+22%). Ακόμα και στην πρόσφατη επανέκδοση του ομολόγου λήξης 6/2034 το επιτόκιο αυξήθηκε κατά 0,30% σε σχέση με ένα μήνα πριν.

Με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του Ελληνικού χρέους είναι στον δημόσιο τομέα και με πολύ χαμηλό μέσο επιτόκιο δανεισμού (1,33%), αλλά και ότι έχει καλύψει νωρίς το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος δανεισμού για το 2024, δίνεται ο απαραίτητος χρόνος για σχεδιαστεί η στρατηγική μετατόπιση του χρέους της στον Ιδιωτικό τομέα με ελκυστικότερα επιτόκια.

Παρόλα αυτά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι σε απόλυτο μέγεθος το Δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται και για να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του σε βάθος χρόνου, η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει να παράγει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε βάθος χρόνου (10-ετία τουλάχιστον) σε ένα υψηλής αβεβαιότητας οικονομικό & γεωπολιτικό περιβάλλον…

Επιπλέον δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστο ότι τα νέα δάνεια έχουν μέση επιτοκιακή επιβάρυνση 2,3% (+170%) από το τρέχων μεσοσταθμικό επιτόκιο δανεισμού (στοιχεία ΟΔΔΗΧ), με ότι αυτό συνεπάγεται για την διαχρονική επιβάρυνση του χρέους..

Συμπερασματικά σε ένα πολύ-πολικό & αβέβαιο πλέον γεωπολιτικό & οικονομικό περιβάλλον, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στις αγορές ομολόγων, προετοιμαζόμενοι για το χειρότερο & ευελπιστώντας για το καλύτερο, αφού οι παράπλευρες επιπτώσεις σε αδύναμες οικονομίες αλλά και στις κεφαλαιαγορές μπορεί να είναι σημαντικές.

Εκτιμούμε ότι οι επενδυτές πρέπει να αναμένουν τις κατάλληλες συνθήκες (εκλογικά αποτελέσματα) και να επικεντρώνονται σε κοντινές λήξεις με υψηλές αποδόσεις, αναμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία εισόδου (υψηλότερες αποδόσεις) από μια πολιτική αναταραχή..

ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Economist / Corporate Advisor

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο