26.06.2024- Χ.Α: Ο πληθωρισμός και οι επιδράσεις σε καταθέσεις, ομόλογα και μετοχές

Ο ελληνικός πληθωρισμός υποχώρησε τον Μάιο του 2024 στο 2,4%, έναντι 3,1% τον προηγούμενο μήνα, με το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή να έχει καταγράψει άνοδο υψηλότερη του 20% από το πέρας της πανδημίας covid-19 έως σήμερα.

  • Ο πληθωρισμός σε μια οικονομία όταν υπερβαίνει τα «λογικά όρια» (αυτά εκτιμώνται γύρω στο 2%, σύμφωνα με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ) αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για κάθε οικονομία, καθώς όχι μόνο υποσκάπτει τις αναπτυξιακές της δυναμικές, αλλά επιπλέον προκαλεί συχνά έντονα κοινωνικά προβλήματα στις πλέον αδύναμες τάξεις του πληθυσμού.

Για παράδειγμα, χαρακτηριστικό πρόβλημα του πληθωρισμού των τελευταίων ετών είναι η εστίασή του στα τρόφιμα (π.χ. +3,1% τον Μάιο και +5,4% τον Απρίλιο, όταν ο Γενικός Δείκτες έπαιρνε τιμές 2,4% και 3,1% αντίστοιχα) και στα ενοίκια.

  • Η αύξηση, δηλαδή, των τιμών λαμβάνει χώρα σε προϊόντα και υπηρεσίες που πλήττουν κυρίως τα χαμηλά και μεσαία οικονομικά στρώματα (σε αυτά οι δαπάνες για τρόφιμα και ενοίκια αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό επί των συνολικών τους εξόδων).

Επίσης, ο υψηλός πληθωρισμός αναγκάζει τις Κεντρικές Τράπεζες να ανεβάζουν τα επιτόκια, με αποτέλεσμα τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις να καλούνται να καταβάλλουν υψηλότερα ποσά τόκων.

  • Πέραν όλων αυτών, συχνά ο πληθωρισμός προκαλεί επιπρόσθετες ανεπιθύμητες παρενέργειες, επειδή πολλές εισοδηματικές κατηγορίες (π.χ. μισθωτοί και συνταξιούχοι) δεν μπορούν να καλύψουν το αυξημένο κόστος τους, ενώ αντίθετα τμήμα των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών επιβάλλουν αυξήσεις τιμών υψηλότερες από την επίπτωση του πληθωρισμού, ανεβάζοντας περαιτέρω την κερδοφορία τους (αναφέρεται και ως «πληθωρισμός απληστίας» ή «greed inflation»).

Με άλλα λόγια, η επίπτωση του πληθωρισμού δεν κατανέμεται ομοιόμορφα ούτε σε όλους τους πολίτες, αλλά ούτε και σε όλους τους επιχειρηματικούς κλάδους. Χαρακτηριστικό, πάντως, αποτέλεσμα των πληθωριστικών επιπτώσεων κατά την τελευταία τριετία αποτελεί το γεγονός της μεγάλης πτώσης, που παρουσιάζει στο εξωτερικό τόσο ο κατασκευαστικός τομέας, όσο και ο κλάδος της ένδυσης-υπόδησης.

Επίδραση στις επενδύσεις

Πώς όμως ο πληθωρισμός επηρεάζει τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις;

  • Ένας από τους μεγάλους χαμένους της υπόθεσης είναι οι αποταμιευτές. Έτσι, οι τραπεζικοί καταθέτες (ακόμη και όσοι εξ’ αυτών τοποθέτησαν τα χρήματά τους σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς) καρπώθηκαν πολύ χαμηλά επιτόκια, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη των αποταμιεύσεών τους (αποπληθωρισμένη αξία) να καταγράψει διψήφια ποσοστιαία πτώση.

Τι συνέβη, όμως, με τους κατόχους ομολόγων; Η απάντηση διαφοροποιείται από το πότε αυτοί αγόρασαν τους τίτλους τους.

Όσοι αγόρασαν κατά την περίοδο που τα διεθνή επιτόκια ήταν μηδενικά (ή και αρνητικά) έχουν μεν δει στις περισσότερες περιπτώσεις τις τρέχουσες τιμές των τίτλων τους να έχουν υποχωρήσει, πλην, όμως, στη λήξη των ομολόγων θα εισπράξουν το σύνολο του αρχικού τους κεφαλαίου και θα καρπωθούν επιτόκια που θα υπερκαλύπτουν τα αντίστοιχα των τραπεζικών καταθέσεων (σε αποπληθωρισμένη βάση έχουν υποστεί και αυτοί απώλειες, αλλά χαμηλότερες από αυτές των καταθετών).

Αντίθετα, οι αγοραστές ομολόγων από τις αρχές του 2023 έως και σήμερα καταγράφουν σε γενικές γραμμές κάποια ονομαστικά κέρδη, πέρα από τα μεγαλύτερα επιτόκια, σε σχέση με τις καταθέσεις. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι αγορές προβλέπουν αποκλιμάκωση των επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες.

Τέλος, έχουμε και τους χρηματιστηριακούς επενδυτές, οι οποίοι μετά από το αρνητικό «διάλειμμα» του 2022 καταγράφουν αξιοσημείωτα κέρδη στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, τα οποία -ειδικότερα για την περίπτωση της Ελλάδας- υπερβαίνουν με άνεση το επίπεδο του πληθωρισμού (στις 14/6/2024 ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. κατέγραφε κέρδη τριετίας 54%, πέραν των ενδιάμεσων μερισμάτων).

Αν και σε γενικές γραμμές ο πληθωρισμός και η συχνά συνεπακόλουθη αύξηση των επιτοκίων επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία και τις αποτιμήσεις των επιχειρήσεων, η άνοδος που έχουν σημειώσει οι ελληνικές μετοχές θα μπορούσαν να αποδοθούν σε παράγοντες, όπως:

  • Η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο 2021-2024 έχει υπεραποδώσει σημαντικά έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης (βλέπε συγκρίσεις πορείας Α.Ε.Π.).
  • Κατά την περίοδο αυτή υπήρξαν γεγονότα που ενίσχυσαν την αξιοπιστία της εγχώριας οικονομίας στα μάτια των ξένων θεσμικών επενδυτών, όπως για παράδειγμα η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από το Ελληνικό Δημόσιο και η σταδιακή αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Η ισχυρή τουριστική ανάπτυξη, καθώς και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης δημιούργησαν ισχυρή ζήτηση σε μια ευρεία σειρά από κλάδους στην οικονομία, ενώ ο τραπεζικός τομέας κατάφερε να περιορίσει το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων του πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν τα κέρδη των εισηγμένων εταιρειών του 2023 να κινηθούν στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας 15ετίας, πράγμα που συμβαίνει για τις φετινές χρηματικές διανομές (μερίσματα και επιστροφές κεφαλαίου) των εισηγμένων εταιρειών προς τους μετόχους τους.

Σύμφωνα, επίσης, με ορισμένες απόψεις, σε περιόδους πληθωρισμού η αξία της μετοχής θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται αναλογικά προς τα πάνω, επειδή ανατιμώνται τα πάγιά της, τα αποθέματά της και η κερδοφορία της (στο βαθμό που το περιθώριο κέρδους της παραμένει σταθερό).

Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει και το γεγονός ότι οι εισηγμένες εταιρείες ενός χρηματιστηρίου είναι κατά μέσο όρο μεγαλύτερες και παραγωγικότερες από τις υπόλοιπες, οπότε «δικαιούνται» να βλέπουν και τις αποτιμήσεις τους να συμπεριφέρονται καλύτερα από τις υπόλοιπες.

https://www.e-forologia.gr/cms/viewContents.aspx?id=233315

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο