Φουντώνει ο κίνδυνος «φούσκας» στην πράσινη μετάβαση!

Οι ώρες με σχεδόν μηδενικές ή αρνητικές τιμές ρεύματος ήταν 148 στο πρώτο πεντάμηνο και οι περικοπές υπερδιπλάσιες όλου του 2023. Αλλά η πράσινη φρενίτιδα συνεχίστηκε και στον κύκλο του Ιουνίου, με αιτήσεις για 1,5 GW νέων έργων ΑΠΕ.

Τα τύμπανα της «πράσινης υπερθέρμανσης» χτυπούν όλο και πιο δυνατά. Οι ώρες με σχεδόν μηδενικές ή αρνητικές τιμές ήταν 148 στο πρώτο πεντάμηνο, οι περικοπές υπερδιπλάσιες όλου του 2023, αλλά το επενδυτικό κοινό κάνει σαν τα σινιάλα να αφορούν μια άλλη χώρα.

Απτόητο, σαν να υποτιμά τον κίνδυνο και να μη δέχεται να πιστέψει τις ανατροπές, συνεχίζει να καταθέτει με μανία αιτήσεις για νέα έργα, σκορπώντας φόβο σε όσους παρακολουθούν την αγορά να «φουσκώνει».

Στον κύκλο Ιουνίου, που ολοκληρώθηκε προ ημερών, παρότι είναι προφανές ότι το story των ΑΠΕ ξαναγράφεται από την αρχή, υποβλήθηκαν αιτήματα για όρους σύνδεσης που αφορούν 47 νέα έργα, συνολικής ισχύος 1,5 GW. Δηλαδή νούμερο υπερδιπλάσιο εκείνο του Μαΐου (0,6 GW), τα οποία έρχονται να προστεθούν σε ένα ήδη εξωπραγματικό portfolio.

Αν κρίνει κανείς από τη μεγάλη αύξηση των αιτήσεων έναντι του Μαΐου, είναι προφανές ότι η αγορά συνεχίζει να μην αυτορυθμίζεται, με δεκάδες μικρούς και μεσαίους επενδυτές να επιμένουν να δεσμεύουν χρήματα σε εγγυητικές επιστολές για έργα τα οποία έχουν ελάχιστες πιθανότητες να γίνουν.

Στον αντίποδα, είναι θετικό ότι αυξάνονται τα αιτήματα για μπαταρίες, χωρίς τα οποία ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες πράσινης ενέργειας θα κατέληγαν στα αζήτητα. Στις μπαταρίες είχαμε 17 νέα αιτήματα για 1,24 GW έναντι 0,91 GW τον Μάιο, νούμερο σταθερά αυξητικό, που ναι μεν λειαίνει το πρόβλημα, ωστόσο δεν αλλάζει τη μεγάλη πληθωριστική εικόνα.

Σε λειτουργία, μαζί με όσα έχουν πάρει όρους σύνδεσης, έχουμε σήμερα 28 GW έργων ΑΠΕ. Στην ουρά περιμένουν επιπλέον 42 GW κι όλα αυτά, μαζί με τα φωτοβολταϊκά στη στέγη και τον προγραμματισμό για υπεράκτια αιολικά, αθροίζουν νούμερο άνω των 70 GW, ξεπερνώντας τους εθνικούς στόχους ακόμη και του 2050. Δυόμισι φορές τις ανάγκες του συστήματος και όσα προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), που μιλά για 24,5 GW από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το 2030.

Σαν να μιλάμε για μια άλλη χώρα, όχι για την Ελλάδα, αλλά για τη Γερμανία, όπου η εγκατεστημένη ισχύ των φωτοβολταϊκών αγγίζει τα 87 GW. Αρκούν τα ελληνικά νούμερα να καλύψουν τη ζήτηση μιας χώρας 85 εκατομμυρίων με βαριά βιομηχανία, άρα πολύ μεγάλα φορτία, όχι όμως κάποια σαν την Ελλάδα, όπου η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια δεν υπερβαίνει τα 6-10 GW τον χρόνο, κι αυτό μόνο στις ώρες αιχμής, που είναι λίγες.

Ενα τέτοιο πράσινο δυναμικό μπορεί να παράγει ετησίως ενέργεια ίση με πάνω από 65 TWh, άρα συγκρινόμενο με την κατανάλωση που είναι καθοδική από το 2008 και μετά και παραμένει καθηλωμένη στις 49,5 TWh, οδηγεί σε ένα μόνιμο πλεόνασμα, που καμία αποθήκευση δεν μπορεί να διασώσει.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής του ΑΠΘ Παντελής Μπίσκας είχε χαρακτηρίσει εντελώς ανεπαρκή τον στόχο του ΕΣΕΚ για μπαταρίες συνολικής ισχύος 3,1 GW το 2030, λέγοντας ότι για να περιοριστούν τα επόμενα χρόνια οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ κάτω του 15%, θα πρέπει να βάλουμε μπαταρίες 7-8 GW.

Η αποθήκευση, ωστόσο, το μόνο που μπορεί να πετύχει όσες επενδύσεις και να κάνουμε, είναι να ετεροχρονίζει την παραγωγή. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα μιας μόνιμης ηλεκτροπαραγωγής υπερδυναμικότητας ως προς την τελική ζήτηση, όπως είχε πει πρόσφατα ο πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά Στέλιος Λουμάκης.

Το μόνο που απομένει επομένως είναι οι περικοπές της πράσινης παραγωγής σε συνδυασμό με τις μηδενικές και αρνητικές τιμές, προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι επενδύσεις. Στις νομοτελειακές αυτές εξελίξεις που θα αποθαρρύνουν πολλούς επενδυτές, μαζί με το επικείμενο τέλος των επιδοτήσεων στις ΑΠΕ και τις αυξανόμενες επενδύσεις στις μπαταρίες, ποντάρει στην ουσία και το ΥΠΕΝ για να συγκρατήσει την υπερθέρμανση της αγοράς.

Στο πρώτο πεντάμηνο του 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, η πλεονάζουσα παραγωγή πράσινης ενέργειας έφτασε τις 430 GWh -εκ των οποίων 308 GWh στο α’ 4μηνο και 122 GWh μόνο τον Μάιο-, σημαντικό τμήμα της οποίας περικόπηκε. Το νούμερο είναι σχεδόν διπλάσιο των περικοπών περίπου 228 GWh που εκτιμάται ότι καταγράφηκε για όλο το 2023. Και τα χειρότερα θα έρθουν από το φθινόπωρο, όπου οι ειδικοί αναμένουν συνθήκες ανάλογες της περασμένη άνοιξης, δηλαδή χαμηλά σχετικά φορτία και υπεραπαραγωγή ΑΠΕ, στοιχείο που προφανώς δημιουργεί επενδυτική ανασφάλεια, όπως και οι μηδενικές και αρνητικές τιμές.

Σύμφωνα με την εξιδεικευμένη δεξαμενή σκέψης Green Tank, που επικαλείται τα στοιχεία του ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, κατά τους πρώτους 5 μήνες του 2024 είχαμε 29 ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές χονδρικής στο ρεύμα. Αλλά το νούμερο φτάνει στις 148 ώρες, αν συμπεριλάβει κανείς και εκείνες όπου η τιμή ήταν χαμηλότερη του 1 ευρώ / MWh. Τακτική που ακολουθούν συχνά οι Φορείς Σωρευτικής Εκπροσώπησης (ΦοΣΕ), ώστε να κρατούν τη χονδρεμπορική τιμή με θετικό πρόσημο (π.χ. στα 0,01 – 0,05 ευρώ / MWh), καθώς όταν οι τιμές είναι αρνητικές, ο επενδυτής όχι μόνο δεν αμείβεται, αλλά πρέπει και να πληρώσει για να εγχυθεί η ενέργεια του έργου του στο σύστημα.

Σε ό,τι αφορά το τέλος των επιδοτήσεων, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει κάνει αρκετά σαφές ότι είμαστε πολύ κοντά σε αυτό το σημείο. «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η περίοδος των επιδοτήσεων στις ΑΠΕ έχει τελειώσει. Δεν υπάρχει η δυνατότητα ο καταναλωτής να πληρώνει, ήδη έχουμε ένα λογαριασμό της τάξης των 800 εκατ. ευρώ τον χρόνο, που θα πληρώνουμε για χρόνια, για τις «παλιές» ΑΠΕ», είχε πει πρόσφατα ο Θ. Σκυλακάκης, μιλώντας στο Balkan Energy Forum στην Κοζάνη.

Στην ουσία, τα αδιέξοδα των ΑΠΕ δεν οφείλονται ούτε στα ανεπαρκή δίκτυα ούτε στην απουσία μπαταριών αποθήκευσης, παρότι η παρουσία αμφότερων θα λείαινε το πρόβλημα. Των πρώτων καθώς θα διευκόλυναν τις εξαγωγές, των δεύτερων επειδή η παραγωγή θα αποθηκευόταν για να εγχυθεί άλλες ώρες. Οφείλονται στην ολοένα μεγαλύτερη ανισορροπία μεταξύ μεγάλης προσφοράς πράσινης παραγωγής και της πεπερασμένης ζήτησης για ενέργεια. Και όταν για ένα προϊόν δεν υπάρχει ζήτηση, δηλαδή δεν μπορεί ούτε να εξαχθεί ούτε να καταναλωθεί εντός της χώρας, τότε μετατρέπεται αυτόματα σε «σκουπίδι».

Μηνύματα τα οποία αρνείται να τα ακούσει μεγάλο μέρος των υποψήφιων επενδυτών, θεωρώντας προφανώς ότι κάποιος «μαγικός» τρόπος θα βρεθεί για να ξεπεραστούν τα προβλήματα, κάποιο παράθυρο θα ανοίξει και για αυτούς, έστω για να καταφέρουν να πουλήσουν την άδεια του έργου τους.

Το σήμα αυτό στέλνει άλλωστε το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει βάλει φρένο σε νέες αιτήσεις, παρά η πόρτα παραμένει ανοικτή, καλλιεργώντας προσδοκίες, συντηρώντας αβάσιμες ελπίδες και φυσικά βάζοντας τις βάσεις για άσκηση πιέσεων, τις οποίες είναι σίγουρο ότι θα δούμε να εκδηλώνονται πιο έντονα στην πορεία, αφού το μήνυμα που λαμβάνουν οι νεόκοποι επενδυτές είναι ότι υπάρχει χώρος και για νέα έργα.

Γιώργος Φιντικάκης

https://www.euro2day.gr/
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο