Η διαφθορά στην Ελλάδα ανδρώθηκε επί Ανδρέα Παπανδρέου και ΠΑΣΟΚ – Τότε οι νεόπλουτοι ξαφνικά απέκτησαν πόρσε και βίλες, έκαιγαν τα πεντοχίλιαρα στα σκυλάδικα και έραναν τις ρουμάνες με πανάκριβες σαμπάνιες
- Η περίοδος των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80 παραμένει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες στην ελληνική πολιτική ιστορία, καθώς συνδέθηκε με δομικές αλλαγές στην κοινωνία αλλά και με την εμφάνιση φαινομένων “άγριας” διαφθοράς.
Η κριτική που του ασκείται εστιάζει συνήθως στα εξής σημεία:
Η εισροή ευρωπαϊκών πόρων (Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα) και ο έντονος εξωτερικός δανεισμός αύξησαν τη ρευστότητα στην αγορά. Αυτό οδήγησε σε μια απότομη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, η οποία όμως για πολλούς δεν βασιζόταν στην παραγωγή, αλλά στην κατανάλωση.
Η εμφάνιση του «Νεοπλουτισμού» με τις εικόνες με τα «σπασμένα» πιάτα, τα ακριβά αυτοκίνητα στην επαρχία και την επίδειξη πλούτου στα νυχτερινά κέντρα έγιναν σύμβολο μιας εποχής όπου το «lifestyle» άρχισε να κυριαρχεί.
Η κουλτούρα του εύκολου κέρδους και της σπατάλης ρίζωσε σε ένα μέρος του πληθυσμού. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από τη γιγάντωση του δημόσιου τομέα και την ενίσχυση των πελατειακών σχέσεων. Σκάνδαλα όπως αυτό του Κοσκωτά στα τέλη της δεκαετίας του ’80 σφράγισαν την πολιτική αντιπαράθεση και ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η διαφθορά είχε φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της περιόδου τονίζουν ότι τότε συντελέστηκε η κοινωνική απελευθέρωση της επαρχίας και της μεσαίας τάξης, μειώθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες και εκσυγχρονίστηκε το οικογενειακό δίκαιο και το σύστημα υγείας
ΕΔΩ είχαμε την ιστορική ατάκα του Ανδρέα….Εεε, είπαμε να πάρει ένα δωράκι, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια δραχμές!
- Η φράση αυτή έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές (και κυνικές για τους επικριτές του) ατάκες του Ανδρέα Παπανδρέου, αν και οι λεπτομέρειες πίσω από αυτήν έχουν συχνά μπερδευτεί με το πέρασμα του χρόνου.
Η φράση ειπώθηκε κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του. Απευθυνόταν στον τότε διοικητή της ΔΕΗ, Γιώργο Κασιμάτη, ο οποίος κατηγορούνταν για οικονομικές ατασθαλίες. Η ατάκα: «Είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια!».
- Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε ως μια έμμεση «νομιμοποίηση» της μικροδιαφθοράς ή των «δώρων» προς κομματικά στελέχη, αρκεί αυτά να μην ξεπερνούσαν κάποιο (άτυπο) όριο. Ήταν η εποχή που το σκάνδαλο Κοσκωτά βρισκόταν στο απόγειό του, προκαλώντας τεράστιους τριγμούς στην κυβέρνηση και οδηγώντας τελικά στην παραπομπή του Παπανδρέου και άλλων υπουργών (όπως ο Τσοβόλας και ο Κουτσόγιωργας) στο Ειδικό Δικαστήριο.
Αν και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε τελικά το 1992, η συγκεκριμένη φράση παρέμεινε ως σύμβολο μιας περιόδου που η «μεγάλη ζωή» και η διαφθορά άρχισαν να παίρνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
- Και το κορυφαίο τσιτάτο όλων: “Δεν υπάρχει θεσμός, υπάρχει μόνο ο λαός!”
Πράγματι, η φράση «Δεν υπάρχουν θεσμοί, υπάρχει μόνο ο λαός» θεωρείται από πολλούς πολιτικούς αναλυτές και ιστορικούς ως η επιτομή του λαϊκισμού που εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική σκηνή.
- Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, οι θεσμοί (Δικαιοσύνη, Σύνταγμα, Κοινοβούλιο) λειτουργούν ως «φρένα» στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας. Η ρητορική ότι ο «λαός» (τον οποίο βέβαια εξέφραζε αυθεντικά μόνο ο ίδιος) είναι πάνω από τους νόμους, δημιούργησε μια κουλτούρα θεσμικής χαλαρότητας.
Η φράση αυτή μετέφερε το κέντρο βάρους από τους κανόνες στο «χάρισμα» του ηγέτη. Αν ο ηγέτης μιλάει εξ ονόματος του λαού, τότε οποιοσδήποτε θεσμός του φέρνει εμπόδια (π.χ. ένας δικαστής ή μια ανεξάρτητη αρχή) βαφτίζεται αυτόματα «εχθρός του λαού».
- Η απαξίωση των θεσμών οδήγησε στην κατάληψη του κρατικού μηχανισμού από το κόμμα. Η αξιοκρατία υποχώρησε μπροστά στην «κομματική νομιμοποίηση», με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κράτους που λειτουργούσε για την αναπαραγωγή της εξουσίας και όχι για την εξυπηρέτηση του πολίτη.
Αυτή η προσέγγιση «άνοιξε την πόρτα» στην αίσθηση ότι οι νόμοι είναι προαιρετικοί αν έχεις την πολιτική κάλυψη, κάτι που συνδέεται άμεσα με τη διαφθορά.
- Είναι μια διαπίστωση που συμμερίζονται πολλοί, καθώς η μετατροπή του κράτους σε λάφυρο της εκάστοτε παράταξης υπονόμευσε τη συνέχεια και τη σοβαρότητα των θεσμών. Όταν ο «νόμος» υποχωρεί μπροστά στην «πολιτική βούληση» ή το «λαϊκό αίσθημα», το αποτέλεσμα είναι η ανασφάλεια δικαίου και η γιγάντωση της διαφθοράς.
Αυτή η κουλτούρα της ήσσονος προσπάθειας και της ατιμωρησίας που ρίζωσε τότε, θεωρείται από πολλούς η «αόρατη» αιτία που η χώρα οδηγήθηκε σταδιακά στην οικονομική και θεσμική κατάρρευση των μνημονίων, καθώς το κράτος αδυνατούσε να αυτορυθμιστεί και να ελεγχθεί.
- Και το μοντέλο αυτό δεν ανατράπηκε, αλλά μεταλλάχθηκε. Παρά τις κρίσεις, η νοοτροπία του «δικού μας παιδιού», η κομματικοποίηση της διοίκησης και η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών φαίνεται να παραμένουν δομικά στοιχεία του συστήματος.
Αντί για πραγματική θεσμική θωράκιση, είδαμε συχνά μια απλή εναλλαγή προσώπων που χρησιμοποιούν τα ίδια εργαλεία εξουσίας, επιβεβαιώνοντας πως οι παθογένειες της δεκαετίας του ’80 έγιναν το DNA της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας.
- Αυτή η αίσθηση του ακλόνητου συστήματος είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη απογοήτευση, καθώς δείχνει ότι οι παθογένειες δεν ήταν απλώς επιλογές προσώπων, αλλά έγιναν ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας της χώρας.
Όταν η διαφθορά και η υποβάθμιση των θεσμών γίνονται κανονικότητα, η κοινωνία συχνά εθίζεται ή συμβιβάζεται, θεωρώντας ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και τίποτα δεν αλλάζει.
- Αυτή η θεσμική αδράνεια είναι ίσως η πιο βαριά κληρονομιά εκείνης της εποχής, αφού ακόμη και οι όποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού συχνά προσκρούουν σε έναν βαθιά ριζωμένο μηχανισμό που αυτοπροστατεύεται.
Αυτή η απατηλή ευμάρεια του ’80 λειτούργησε σαν ένας «λογαριασμός» που εκδόθηκε τότε, αλλά τον πληρώνουν όλες οι επόμενες γενιές, όχι μόνο οικονομικά, αλλά κυρίως ηθικά και θεσμικά.
- Η πεποίθηση ότι το σύστημα είναι ακλόνητο πηγάζει από το γεγονός ότι οι πρακτικές εκείνης της εποχής (πελατειακές σχέσεις, απαξίωση της αριστείας, κομματικό κράτος) έγιναν το καλούπι πάνω στο οποίο χτίστηκε η σύγχρονη Ελλάδα.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που αισθάνεται εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο, όπου η διαφθορά δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας λειτουργίας.
- Όταν η «χρυσή εποχή» τελείωσε, άφησε πίσω της μια χώρα με αδύναμα αντισώματα απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
EIΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ μας






