Οι απευθείας αναθέσεις και η έλλειψη ανταγωνισμού αποτελούν δύο από τις βασικές «πηγές» κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος- Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο «πρωταθλητής» στις απευθείας αναθέσεις

Το κράτος δεν είναι ουδέτερη έννοια. Έχει κυβερνήτες, που έχουν πολιτικές επιλογές. Άρα, όταν το αποτέλεσμα είναι προβληματικό, αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν γίνεται σωστά στη διαχείριση — όχι απλώς ότι “το κράτος παίρνει πολλά”.

  • Γιατί αν τα παίρνει, τότε γιατί πληρώνουμε υποδομές και τις ξαναπληρώνουμε μέσω διοδίων, χρηματοδοτούμε την υγεία και  βλέπουμε ελλείψεις προσωπικού και ράντζα; επενδύουμε στην παιδεία χωρίς πραγματικά ανταγωνιστικά ιδρύματα; ακούμε για “ασφάλεια”, αλλά τη βιώνουμε επιλεκτικά; Και η λίστα είναι ατελής καθότι είναι ατελείωτη

Μήπως αυτά τα χρήματα καταλήγουν τελικά σε συγκεκριμένες “τσέπες”; Το κράτος δεν είναι ένας αφηρημένος οργανισμός, αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών προτεραιοτήτων και διαχείρισης. Το ερώτημα «πού πάνε τα λεφτά» είναι η ουσία της πολιτικής οικονομίας.

  • Μεγάλο μέρος των πόρων συχνά κατευθύνεται σε δαιδαλώδεις κρατικές δομές, υπερκοστολογήσεις έργων και επιδοτήσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα αντί για το δημόσιο όφελος.

Η έλλειψη αξιολόγησης και ο κακός σχεδιασμός σημαίνουν ότι χρήματα σπαταλώνται σε «μαύρες τρύπες» χωρίς αποτέλεσμα (π.χ. εξοπλισμοί που δεν λειτουργούν, κτίρια που ρημάζουν).

  • Στις υποδομές το κράτος συχνά επιλέγει να παραχωρεί τη διαχείριση σε ιδιώτες. Έτσι, ο πολίτης πληρώνει διπλά: μία φορά μέσω της φορολογίας για την κατασκευή και μία φορά στον ιδιώτη για τη χρήση.

Όταν η ασφάλεια, η υγεία και η παιδεία υπολειτουργούν παρά τη βαριά φορολογία, είναι σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η ιεράρχηση των δαπανών και η διαρροή τους σε μη παραγωγικές ή ιδιωτικές κατευθύνσεις.

  • Για να καταλάβουμε γιατί η φορολογία δεν μεταφράζεται πάντα σε ποιοτικές υπηρεσίες, πρέπει να δούμε πώς «χάνονται» οι πόροι στη διαδρομή. Οι δημόσιες συμβάσεις στην Ελλάδα αποτελούν περίπου το 12% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους πλήττεται από τρεις παράγοντες:

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, το 42,8% των συμβάσεων στην Ελλάδα το 2023 ανατέθηκαν με μόνο έναν υποψήφιο. Πρόκειται για το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, όταν το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 14,9%.

  • Χρησιμοποιούνται συχνά καταχρηστικά μέσω της κατάτμησης έργων για να αποφεύγονται οι ανοιχτοί διαγωνισμοί. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το 2024 η Εθνική Αρχή Διαφάνειας εντόπισε παράτυπη κατάτμηση συμβάσεων εκατομμυρίων ευρώ σε τοπικό επίπεδο.

Η υποχρεωτική επιλογή της χαμηλότερης τιμής οδηγεί συχνά σε εταιρείες που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν το έργο, προκαλώντας επιπλέον κόστος και καθυστερήσεις.

  • Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα υψηλότερα «κενά ΦΠΑ» (VAT gap) στην ΕΕ, γεγονός που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των φόρων που πληρώνουν οι καταναλωτές δεν φτάνει ποτέ στα δημόσια ταμεία λόγω φοροδιαφυγής.

Το 2024, η συνολική χρηματοδότηση για την υγεία έφτασε το 9,92% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η δημόσια συμμετοχή (62%) είναι πολύ χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (81%). Αυτό σημαίνει ότι ο Έλληνας πολίτης πληρώνει φόρους για την υγεία, αλλά αναγκάζεται να πληρώνει ξανά από την τσέπη του για να βρει την ποιότητα που λείπει.

  • Οι πολίτες στην Ελλάδα δηλώνουν ότι συχνά δεν πληρώνουν φόρους όχι για προσωπικό κέρδος, αλλά επειδή πιστεύουν ότι το κράτος είναι ανίκανο να διαχειριστεί σωστά το δημόσιο χρήμα ή είναι διεφθαρμένο.

Το κράτος

Συνοψίζοντας, τα χρήματα δεν «λείπουν» πάντα από τον προϋπολογισμό, αλλά συχνά δεσμεύονται σε αναποτελεσματικές συμβάσεις ή διαρρέουν λόγω έλλειψης ελέγχων και ανταγωνισμού.

  • Οι απευθείας αναθέσεις και η έλλειψη ανταγωνισμού αποτελούν δύο από τις βασικές «πηγές» κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος, ειδικά σε τομείς αιχμής όπως η πληροφορική και τα δημόσια έργα. Παρά την «έκρηξη» των ψηφιακών συναλλαγών (πάνω από 2,7 δισ. το 2025), το μοντέλο ανάθεσης των έργων παρουσιάζει σοβαρές στρεβλώσεις:

Τα μεγάλα έργα ψηφιοποίησης τείνουν να συγκεντρώνονται σε έναν περιορισμένο αριθμό μεγάλων ομίλων πληροφορικής. Αυτό συμβαίνει λόγω των υψηλών απαιτήσεων εμπειρίας που τίθενται στους διαγωνισμούς, αποκλείοντας τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

  • Συχνά, πριν από το κύριο έργο, γίνονται απευθείας αναθέσεις για «μελέτες σκοπιμότητας» ή «τεχνική υποστήριξη», οι οποίες προετοιμάζουν το έδαφος για τον τελικό ανάδοχο.

Καταγράφονται περιπτώσεις όπου οι απευθείας αναθέσεις σε εταιρείες πληροφορικής χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πάγιων αναγκών προσωπικού (outsourcing), παρακάμπτοντας τις νόμιμες προσλήψεις.

  • Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο «πρωταθλητής» στις απευθείας αναθέσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ για το 2024-2025, περίπου το 74% έως 80% του συνολικού αριθμού των δημόσιων συμβάσεων γίνεται με απευθείας ανάθεση.

Ένα μεγάλο έργο (π.χ. οδοποιία) «σπάει» σε πολλά μικρότερα κάτω από το όριο των 30.000€, ώστε να δοθεί απευθείας σε συγκεκριμένους εργολάβους χωρίς διαγωνισμό. Το 2024 η Εθνική Αρχή Διαφάνειας επιβεβαίωσε τέτοιες πρακτικές σε επίπεδο Περιφερειών.

  • Ενώ οι Έλληνες αντιμετωπίζουν βαρύτερη φορολογία σε σχέση με την αγοραστική τους δύναμη (ειδικά στα μεσαία εισοδήματα), η ανταπόδοση παραμένει χαμηλή: Η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» ΕΕ στους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, ΕΦΚ), οι οποίοι πλήττουν δυσανάλογα τους φτωχότερους.

Παρά τους φόρους, οι Έλληνες ξοδεύουν για Υγεία το 7,7% του εισοδήματός τους (έναντι 3,7% στην ΕΕ) και για Παιδεία το 3,4% (έναντι 0,9% στην ΕΕ). Το συμπέρασμα ενισχύει την την θέση ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν «το κράτος παίρνει πολλά», αλλά ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των πόρων δεν επιστρέφει ως υπηρεσία, καθώς «εγκλωβίζεται» σε αδιαφανείς διαδικασίες ή καλύπτει τις ελλείψεις ενός αναποτελεσματικού συστήματος που αναγκάζει τον πολίτη να ξαναπληρώσει ιδιωτικά.

  • Το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF), αν και αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία με πόρους άνω των 35,95 δισ. ευρώ για την Ελλάδα, έχει βρεθεί στο επίκεντρο έντονης κριτικής για τον τρόπο που αυτοί οι πόροι «φιλτράρονται» προς την οικονομία.

Η κριτική εστιάζει στο ότι τα μεγάλα ψηφιακά έργα καταλήγουν σε έναν πολύ περιορισμένο κύκλο εταιρειών. Λόγω των εξαιρετικά αυστηρών και σύνθετων όρων των διαγωνισμών, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) συχνά αδυνατούν να συμμετάσχουν αυτόνομα, λειτουργώντας μόνο ως υπεργολάβοι των μεγάλων ομίλων.

  • Ενώ οι εισηγμένες εταιρείες πληροφορικής κατέγραψαν υψηλά κέρδη και ρευστότητα το 2025 χάρη στα έργα του RRF, ο πολίτης δεν βλέπει πάντα την ανάλογη βελτίωση στην καθημερινότητά του, καθώς πολλά έργα αφορούν υποδομές «πίσω από τη σκηνή» ή καθυστερούν.

Λόγω των ασφυκτικών προθεσμιών (τα έργα πρέπει να έχουν πληρωθεί έως το τέλος του 2026), παρατηρείται το φαινόμενο της απένταξης έργων που καθυστερούν. Στα τέλη του 2025, υπήρξαν έντονες πολιτικές καταγγελίες για απένταξη ή τροποποίηση 135 έως 180 έργων από το αρχικό πλάνο «Ελλάδα 2.0».

  • Η κριτική αναφέρει ότι έργα που αφορούσαν την τοπική κοινωνία (π.χ. βιομεθάνιο, υποδομές ύδρευσης) βγαίνουν εκτός, ενώ οι πόροι μεταφέρονται σε «ασφαλέστερα» για την απορρόφηση έργα, συχνά μεγαλύτερων ομίλων.

Στις αρχές του 2026, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας επέβαλε κυρώσεις σε πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του RRF, καθώς διαπιστώθηκε σύγκρουση συμφερόντων (μετακίνηση σε εταιρεία που είχε λάβει χρηματοδότηση από το Ταμείο χωρίς την απαιτούμενη άδεια).

  • Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει προειδοποιήσει ότι το μοντέλο του RRF βασίζεται στην επίτευξη στόχων (milestones) και όχι στον έλεγχο του πραγματικού κόστους, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο διπλής χρηματοδότησης ή σπατάλης.

Διεθνείς εκθέσεις (όπως του MIIR) υποστηρίζουν ότι ορισμένες επενδύσεις που βαφτίζονται «πράσινες» στην Ελλάδα (π.χ. αμφιλεγόμενες τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα) ίσως δεν προσφέρουν το αναμενόμενο περιβαλλοντικό όφελος.

  • Είναι σαφές ότι ενώ το κράτος «παίρνει» και διανέμει δισεκατομμύρια, η διανομή αυτή γίνεται με όρους που συχνά ευνοούν τη μεγάλη επιχειρηματικότητα, αφήνοντας την πραγματική οικονομία και τον πολίτη να περιμένουν τα «ψίχουλα» της ανταποδοτικότητας.

Για να καταλάβουμε γιατί η Υγεία παραμένει σε κρίση παρά τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης, πρέπει να δούμε πού ακριβώς κατευθύνονται οι πόροι και τι μένει «εκτός». Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδοτεί κυρίως υποδομές (ντουβάρια και μηχανήματα) και όχι λειτουργικές δαπάνες (μισθούς και προσλήψεις).

  • Πράγματι, διατίθενται εκατοντάδες εκατομμύρια για ενεργειακή αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό κτιρίων. Όμως, ένας πολίτης βλέπει ένα «ανακαινισμένο» νοσοκομείο που εξακολουθεί να έχει ράντζα, επειδή δεν υπάρχει προσωπικό να λειτουργήσει τις νέες κλίνες.

Οι προσλήψεις που ακούμε συχνά αφορούν αναπλήρωση κενών από συνταξιοδοτήσεις και όχι καθαρή αύξηση του προσωπικού. Το 2024-2025, το δημόσιο σύστημα υγείας (ΕΣΥ) συνέχισε να παρουσιάζει αρνητικό ισοζύγιο σε εξειδικευμένους γιατρούς που παραιτούνται για τον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό.

  • Συμπέρασμα: Το κράτος επιλέγει να επενδύει σε «ορατά» έργα (κτίρια, λογισμικά) που εξυπηρετούν μεγάλους εργολάβους και εταιρείες πληροφορικής, αλλά αδυνατεί (ή επιλέγει να μην) στηρίξει το έμψυχο δυναμικό που είναι η «καρδιά» της δημόσιας υπηρεσίας.

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ μας

***

Αν θέλεις να δεις πού πάνε τα χρήματα και αν το έργο που υποσχέθηκαν για το δικό σου νοσοκομείο ή δήμο προχωράει, υπάρχουν δύο βασικά εργαλεία:

GREECE 2.0 (greece20.gov.gr): Είναι η επίσημη σελίδα του Ταμείου Ανάκαμψης. Εκεί μπορείς να βρεις τη λίστα των ενταγμένων έργων ανά πυλώνα (π.χ. Υγεία, Πράσινη Μετάβαση).

Πρόγραμμα ΔΙΑΥΓΕΙΑ: Αν γνωρίζεις το όνομα του φορέα (π.χ. 1η ΥΠΕ ή Νοσοκομείο Ευαγγελισμός), μπορείς να αναζητήσεις τις αποφάσεις ανάληψης υποχρέωσης. Εκεί φαίνονται οι αναδοχοί και τα ποσά που εκταμιεύονται.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο